δημόσιος

δημόσιος, [dialect] Dor. [pref] δᾱμ-, α, ον (ος, ον Hp. (v. infr.)),
A belonging to the people or state,

κτέανα Xenoph.2.8

;

τὰδ. Hdt.5.29

, Ar.V.554;

δ. χρήματα Cratin.171

;

πλοῦτος Th.1.80

; χώρα, opp. ἱερά, ἰδία, Arist.Pol. 1267b34;

ἡ δ. τράπεζα IG22.1013

; τὰ ἱερὰ τὰ δ., opp. ἰδιωτικά, SIG 1015.9 (Halic.); ἀγῶνες, δίκαι, Aeschin.1.2, Arist.Pol.1320a12; δ. λόγος, = Lat. fiscus, BGU193.27, OGI1669.21; δημόσιον εἶναι, γίγνεσθαι, to be, become state-property, be confiscated, Th.2.13, IG22.1100.40 (Hadr.), Pl.Lg.742b, etc.;

γῆν δ. ποιεῖν Lys.18.14

.
b used by the public, βαλανεῖα, λουτρόν, Plb.26.1.12, Hdn.1.12.4.
2 common, δημοσιώτατος τρόπος, τόπος, Arist.Top.162a35, SE165a5;

δημόσιος κακίη

epidemic,

Hp.Ep.19

(Hermes 53.67).
II as Subst.:
a δημόσιος (sc. δοῦλος), , any public slave or servant, as, the public crier, Hdt.6.121; policeman, Ar.Lys.436; public notary, = γραμματεύς, D. 19.129, etc.; public executioner, D.S.13.102: generally, public official,

τὸν ἀρχέφοδον καὶ τοὺς ἄλλους δημοσίους POxy.69.13

(ii A. D.).
b public victim, = φάρμακος, Ar.Eq.1136, cf. Sch. ad loc.
c harlot, prostitute, Procop.Arc.9 (cf. Sapph.148).
III neut., δημόσιον, τό, the state, Hdt.1.14, Aeschin.3.58;

οἱ ἐκ δ.

public officials,

X. Lac.3.3

.
b public building, hall, Hdt.6.52.
c treasury, = τὸ κοινόν, ἀργύριον ὀφείλοντες τῷ δ. And.1.73, cf. D.21.182, Din.2.2;

ὁ ἐκ δ. μισθός Th.6.31

;

ἡ ἐκ τοῦ δ. τροφή Pl.R.465d

;

τελεῖν εἰς τὸ δ. BGU1188.12

(Aug.), 1158.18 (i B. C.).
d the public prison, Th.5.18.
2 τὰ δ. public archives, OGI229.108 ([place name] Smyrna).
b public dues, taxes, in pl., PLond.3.938.11 (iii A. D.), BGU1018.21 (iii A. D.).
IV fem., δαμοσία (sc. σκηνή), , tent of the Spartan kings: hence οἱ περὶ δαμοσίαν the king's council, X.HG4.5.8, Lac.13.7.
V as Adv.:
1 dat. δημοσία, [dialect] Ion. -ίῃ, at the public expense, Hdt.1.30, Ar.Av.396, etc.; by public consent, D.21.50; on public service,

δ. ἀποδημεῖν Id.45.3

; δ. κρίνειν try in the public courts, And.1.105; δ. τεθνάναι to die by the hands of the public executioner, D.45.81.
2 as a community, opp. ἰδίᾳ, Pl.Ap.30b.
3 commonly, popularly,

τὰ δ. νομιζόμενα ἀγαθά Luc.Nigr.4

.
4 regul. Adv.

-ίως A.D. Adv.151.12

; on public business,

καταπλεῦσαι SIG520.7

(Naxos, iii B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημόσιος — belonging to the people masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημόσιος — ια και ία, ιο (AM δημόσιος, ία, ον Α και δαμόσιος, ία, ον) I.1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον λαό, στο κοινό, ο κοινός (σε αντίθεση με τον ιδιωτικό) («δημόσια βιβλιοθήκη», «δημοσίας συνεισφοράς», «ἱερὰ τὰ δημόσια») 2. αυτός που ανήκει στο… …   Dictionary of Greek

  • δημόσιος — [димосиос] εκ. общественный, публичный, народный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δημόσιος — α, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο κράτος, στο λαό, ο κοινός: Στην Ελλάδα, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι μόνιμοι. 2. το ουδ. ως ουσ., δημόσιο το κράτος, η πολιτεία: Τα χρήματα από τη φορολογία των πολιτών αποδίδονται στο δημόσιο. 3. το θηλ.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δημόσιος λειτουργός — Κάθε πρόσωπο που συνεργάζεται συστηματικά για τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, είτε είναι δημόσιος υπάλληλος είτε όχι, όπως, για παράδειγμα, οι στρατιώτες, οι ένορκοι, οι δικηγόροι, οι ιδιώτες μέλη επιτροπών, συμβουλίων, εθελοντές ή τιμητικά …   Dictionary of Greek

  • δημόσιος υπάλληλος — Βλ. λ. δημόσιος λειτουργός …   Dictionary of Greek

  • δημοσιώτερον — δημόσιος belonging to the people adverbial comp δημόσιος belonging to the people masc acc comp sg δημόσιος belonging to the people neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβολαιογράφος — Δημόσιος υπάλληλος επιφορτισμένος με τη σύνταξη, τη διαφύλαξη ή την έκδοση δύο κατηγοριών εγγράφων: α’, όλων των ιδιωτικών εγγράφων στα οποία οι ενδιαφερόμενοι θέλουν να προσδώσουν ιδιαίτερο κύρος, δίνοντας σχετική εντολή διατύπωσης τους από τον… …   Dictionary of Greek

  • δημοσιώτατα — δημόσιος belonging to the people adverbial superl δημόσιος belonging to the people neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιώτατον — δημόσιος belonging to the people masc acc superl sg δημόσιος belonging to the people neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσίω — δημόσιος belonging to the people masc/neut nom/voc/acc dual δημόσιος belonging to the people masc/neut gen sg (doric aeolic) δημοσιόω confiscate pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) δημοσιόω confiscate imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.